Ιωάννης Καποδίστριας, ούτε αγιοποίηση ούτε κατηγορητήριο

Μαρμάρινη προτομή του Ιωάννη Καποδίστρια και σκηνή δολοφονίας σε ιστορικό πίνακα, με κείμενο “Καποδίστριας: Κράτος χωρίς μύθους”.

Ιωάννης Καποδίστριας: κράτος, εξουσία, 1821

Ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι από εκείνες τις ιστορικές μορφές που τις τραβάνε δεξιά και αριστερά μέχρι να σκίσουν τη φιγούρα τους. Άλλοι τον θέλουν «άγιο της κρατικής συγκρότησης», άλλοι «εκμετταλευτή της δημοκρατικής υπόσχεσης» του 1821. Η πιο ψύχραιμη ανάγνωση δεν είναι «στη μέση», στο τι έκανε, πότε και με ποιους περιορισμούς, αλλά στο τι πλήρωσε πολιτικά η χώρα γι’ αυτό και, κυρίως, τι θεωρήθηκε θεσμική νομιμοποίηση σε μια χώρα που μόλις γεννιόταν.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, γεννήθηκε στην Κέρκυρα τον Φεβρουάριο του 1776 και σπούδασε ιατρική στην Πάδοβα, πριν επιστρέψει στα Επτάνησα και μπει νωρίς σε διοικητικούς ρόλους. Η διαδρομή του, από το ιόνιο περιβάλλον της εποχής μέχρι τη ρωσική διπλωματία, είναι η τυπική τροχιά ενός ικανού ανθρώπου μέσα σε αυτοκρατορικά δίκτυα, σε μια Ευρώπη που μετά το 1789 φοβόταν τις εξεγέρσεις -όσο φοβάται σήμερα μη χάσει εκείνα που η ίδια, μεθοδικά, τείνει να απολέσει- βρισκόμενη στο κλίμα της Ιεράς Συμμαχίας: τάξη πρώτα, πολιτική χειραφέτηση μετά.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ανέβηκε γρήγορα στη ρωσική υπηρεσία. Έφτασε να είναι από τους βασικούς επικεφαλής της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής (συχνά αναφέρεται ως «συνυπουργός» ή «co-minister») την περίοδο μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους, δηλαδή στην καρδιά της «αποκατάστασης» της ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων. Στο Συνέδριο της Βιέννης, αυτό το δόγμα πήρε τη μορφή ευρωπαϊκού κανόνα. Αυτό έχει σημασία, γιατί εξηγεί και το πολιτικό του ένστικτο: την προτεραιότητα στη σταθερότητα και την καχυποψία απέναντι σε επαναστατικά δίκτυα μαζί με την πίστη στη διπλωματική λύση μέσω των Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτή ήταν και η θεσμική του ταυτότητα.

Στην Ελβετία, όπου συχνά κυκλοφορεί ο μύθος ότι «την ίδρυσε», η πραγματικότητα είναι πιο ενδιαφέρουσα και πιο περιορισμένη: είχε σημαντικό ρόλο στη ρωσική αποστολή που συνέβαλε στις διευθετήσεις της περιόδου 1813–1815 (ομοσπονδιακή οργάνωση, διεθνής αναγνώριση ουδετερότητας), σε συνεργασία με ελβετικούς παράγοντες όπως ο Charles Pictet de Rochemont. Αυτό δεν τον κάνει «ιδρυτή της Ελβετίας» με τη χοντροκομμένη έννοια, αλλά τον καταγράφει ως ουσιαστικό διπλωματικό παράγοντα σε κρίσιμη φάση της ελβετικής συγκρότησης.

Στο ζήτημα της Ελληνικής Επανάστασης, η εικόνα «ο Καποδίστριας την πολέμησε» και η εικόνα «ο Καποδίστριας την έστησε κρυφά» είναι και οι δύο υπεραπλουστεύσεις. Το βέβαιο είναι ότι, ως κορυφαίος αξιωματούχος μιας αυτοκρατορίας, δεν μπορούσε να εμφανιστεί ως προστάτης μιας μυστικής επαναστατικής οργάνωσης χωρίς να διαλύσει την ίδια του τη θέση και να εκθέσει τη ρωσική πολιτική. Η ρήξη του με τη ρωσική αυλή μετά το 1821–1822 και η αποχώρησή του στη Γενεύη δείχνουν ότι το ελληνικό ζήτημα τον πίεσε πολιτικά, αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο στο οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις διαχειρίζονταν την επανάσταση ως «διεθνές πρόβλημα», όχι ως δημοκρατική υπόθεση αυτοδιάθεσης. Η λογική αυτή εδραιώθηκε αργότερα και στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830).

Το 1827 εκλέχθηκε Κυβερνήτης από τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση (Τροιζήνα), σε μια στιγμή που το επαναστατικό κράτος ήταν οικονομικά και διοικητικά διαλυμένο, με τα Δάνεια της Ανεξαρτησίας (1824–1825) να έχουν ήδη αφήσει βαρύ αποτύπωμα και με ανοιχτά μέτωπα και εμφύλιες ρωγμές. Η επιλογή του είχε λογική λόγω του διεθνούς του κύρους, της πρόσβασης σε δίκτυα και της διοικητικής του εμπειρίας.

Φτάνοντας στην Ελλάδα, ο Ιωάννης Καποδίστριας, (Ιανουάριος 1828), έστησε τον μηχανισμό του κράτους σχεδόν από το μηδέν: κεντρική διοίκηση, νέα όργανα, τα πρώτα σχήματα κρατικής γραφειοκρατίας, προσπάθεια σταθεροποίησης της οικονομίας και της δημόσιας τάξης, με στόχο να σταθεί στοιχειωδώς η δημόσια οικονομία. Συμβολικές και πρακτικές κινήσεις όπως ο «Φοίνικας» ως νόμισμα και η ίδρυση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, δεν δεν είναι «λεπτομέρειες», είναι ο σκελετός ενός κράτους που μέχρι τότε λειτουργούσε αποσπασματικά και συχνά με τοπικά καθεστώτα ισχύος.

Το μεγάλο αγκάθι είναι η πολιτειακή του επιλογή. Η διακυβέρνησή του βασίστηκε σε ισχυρή εκτελεστική εξουσία, με σαφή διοικητικό συγκεντρωτισμό, με περιθωριοποίηση των θεσμών που είχαν προβλέψει τα επαναστατικά συνταγματικά κείμενα και με δημιουργία οργάνων συμβουλευτικού χαρακτήρα (όπως το «Πανελλήνιον»). Η κριτική εδώ δεν χρειάζεται υπερθετικούς. Η συγκέντρωση εξουσίας ήταν πραγματική, όπως πραγματική ήταν και η πίεση της συγκυρίας (πόλεμος, πείνα, διοικητικό χάος, ανταγωνισμοί προκρίτων και νησιωτικών ελίτ). Σε αυτό το φόντο, τα πρώιμα δίκτυα επιρροής που αργότερα ονομάστηκαν αγγλικό κόμμα, γαλλικό κόμμα και ρωσικό κόμμα, ενίσχυαν τις εσωτερικές τριβές. Το ερώτημα που αφήνει η ιστορία δεν είναι «ήταν καλός ή κακός», είναι αν η επιλογή της κεντρικής πυγμής έσωσε το κράτος ή αν, τελικά, βάθυνε τις αντιθέσεις που το διέλυσαν πολιτικά. Η δολοφονία του στο Ναύπλιο είναι το δραματικό κλείσιμο αυτής της σύγκρουσης και είναι, ταυτόχρονα, μια συμπύκνωση της πολιτικής βίας που ωρίμαζε μέσα στις συγκρούσεις της περιόδου.

Για να έχουμε μια έντιμη αποτίμηση, κρατάμε δύο πράγματα ταυτόχρονα, πρώτον, ότι ο Καποδίστριας συνέβαλε καθοριστικά στη διοικητική και θεσμική στοιχειοθέτηση του ελληνικού κράτους σε εξαιρετικά εχθρικές συνθήκες. Δεύτερον, ότι το έκανε με ένα μοντέλο εξουσίας που δεν χωρούσε εύκολα την πολιτική πολυφωνία και την επαναστατική συνταγματική κουλτούρα που είχε ήδη γεννηθεί μέσα στον Αγώνα. Αυτή η ένταση: «κράτος ως μηχανή επιβίωσης» εναντίον «κράτους ως πολιτική υπόσχεση» είναι ο πραγματικός «Καποδίστριας», όλα τα υπόλοιπα είναι χρήση του ονόματός του για να δικαιωθεί το σήμερα.

Ενδεικτικές πηγές: 

Kapodistrias, Ioannes Antonios

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια