30 ερωτήσεις: ποίηση και Ινδία με τη Μαρία Χρονιάρη

 


Η Μαρία Χρονιάρη και η σιωπή ως προσωπική γλώσσα

Στη Μαρία Χρονιάρη, τίποτα δεν είναι απλώς διατυπωμένο. Όλα είναι δεμένα, εγκαταλελειμμένα ή σταυρωμένα σαν σώματα που περιμένουν να αγαπηθούν σωστά. Η γραφή της δεν ζητά να διαβαστεί, απαιτεί, θα έλεγα, να κατοικηθεί.

Η εσωτερική της πυξίδα στρέφεται πάντα προς το μεταφυσικό και ποτέ προς το φαντασιακό, γιατί η αγάπη για τη Χρονιάρη δεν είναι αποτίμηση, είναι «λάβα που σέρνεται», «λέξεις που ουρλιάζουν», «φως που αναβοσβήνει μέσα στα μάτια σου για να μπορώ να σε βλέπω».

Από την Αγέννητη γη έως το Μετά από αυτό που προηγήθηκε και το Επειδή μαζί, η ποίηση γίνεται δρόμος, όχι για τον Θεό, αλλά για τη μοναξιά του ανθρώπου που δεν έμαθε να σωπαίνει χωρίς να χάνεται.

Και τώρα, ώρα να μιλήσει η ίδια, για την ποίηση, την Ινδία, τις ενέργειες. Ή να σιωπήσει με τις λέξεις που μόνο η ίδια γνωρίζει.

Ακολουθεί μια ποιητική συνέντευξη σε 30 ερωτήσεις:

1. Στο ποίημά σου «Έχοντας πάντα σιωπή» η σιωπή δεν είναι άρνηση αλλά αρχή. Είναι γλώσσα ή απόσυρση για σένα;

Η σιωπή για μένα δεν είναι άρνηση, αλλά είναι μια βαθιά, προσωπική γλώσσα που μιλάει μέσα μου. Είναι μια πύλη, ένας τόπος όπου αποσύρομαι οικειοθελώς, όχι για να κρυφτώ αλλά για να συναντήσω την ουσία μου. Στη σιωπή με ακούω καλύτερα, αφουγκράζομαι καλύτερα τον ανώτερο εαυτό μου, αλλά παράλληλα και τον κόσμο γύρω μου. Για μένα είναι μια κατάσταση πνευματικής εγρήγορσης και εσωτερικής σύνδεσης, που δεν είναι για όλους, γιατί δεν έχουν όλοι την ικανότητα ή την επιθυμία να την ακούσουν και να την κατανοήσουν.

Η σιωπή, λοιπόν, δεν είναι απλώς απουσία ήχου, αλλά μια γλώσσα με δύναμη μεταφυσική, που αν τη γνωρίσεις και την αποδεχτείς σε μεταμορφώνει.

2. Ποιες λέξεις στη ζωή σου δεν γράφονται ποτέ και γιατί;

Οι λέξεις της σιωπής μου φαίνεται πως δεν γράφονται ποτέ. Όμως, στην ουσία, υπάρχουν κρυμμένες πίσω από τα νοήματα των ποιημάτων μου, σαν ψίθυροι που φτάνουν μόνο στον κατάλληλο παραλήπτη. Άρα, δεν υπάρχουν λέξεις που να μένουν ανείπωτες.

3. Στο έργο σου, η απουσία είναι πάντα παρούσα. Μπορείς να μας μιλήσεις για αυτήν την παράξενη συνθήκη όπου «οι απόντες γεννούν το βλέμμα»;

Η απουσία δεν είναι κενό. Οι απόντες ζουν μέσα στη μνήμη και το βλέμμα μου, γίνονται παρόντες μέσα από τις πληγές, τις χαρές και τις στιγμές που κρατώ ζωντανές στα γραπτά μου. Έτσι, δεν λείπουν ποτέ πραγματικά. Υπάρχουν ουσιαστικά, αθάνατοι κι αιώνιοι.

4. Το σώμα, είτε ως ερωτικό είτε ως τραυματικό πεδίο, είναι διαρκώς παρόν. Τι είναι αυτό που σε κάνει να γράφεις «εν σώματι»;

Γράφω «εν σώματι» για να εκφράσω όσα με την ομιλούμενη γλώσσα δεν μπορώ να αγγίξω. Είναι η γλώσσα που προκύπτει από την άμεση εμπειρία του σώματος, πέρα από τις λέξεις. Το σώμα μιλάει απλά, λιτά και δυνατά, χωρίς να χρειάζεται στολίδια…

5. Στο κείμενό σου με τίτλο «BRAHMAAND» σπας τον κόσμο για να τον ξαναδημιουργήσεις. Τι δεν χωράει στον υπάρχοντα κόσμο;

Το «BRAHMAAND» είναι αφιερωμένο στον σύζυγό μου τον Dhieyo, τον δικό μου μικρόκοσμο. Σε ευρύτερο επίπεδο, το μήνυμά του είναι ξεκάθαρο: ο κόσμος μας χρειάζεται λιγότερο μίσος και περισσότερη ενσυναίσθηση, σεβασμό και αγάπη. Χρειάζεται να ανοίξουμε χώρο για κατανόηση και αλληλεγγύη, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να ξαναχτίσουμε ένα καλύτερο σύμπαν για όλους μας.

Είμαστε όλοι εδώ για να προσφέρουμε, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Και αυτό πρέπει να το καταλάβουμε συνειδητά.

6. Τι σημαίνει για σένα «ποιητική ακεραιότητα»; Πότε ένα ποίημα πρέπει να σωπάσει;

Ποιητική ακεραιότητα για εμένα είναι η αλήθεια του εαυτού. Να μη γράφεις για να εντυπωσιάσεις, αλλά να γράφεις με την ψυχή σου. Να είναι οι λέξεις σου απλές μέσα στο βάθος της αλήθειας σου, της χαράς σου ή της πληγής σου. Να μπορεί ο αναγνώστης να δει και το δικό του βίωμα μέσα στο ποίημα άμεσα, αυτόματα. Να ταυτιστεί.

Ένα ποίημα πρέπει να σωπάσει όταν έχει ολοκληρώσει το νόημα που θέλει να δώσει. Να μη φλυαρήσει, να μην αναλωθεί σε εξηγήσεις περιττές ενώ γεννήθηκε για να μιλήσει απλά μια εσωτερική αλήθεια.

Είναι σαν τη μουσική, που αν δεν ξέρεις πού να βάλεις τις παύσεις, γίνεται θόρυβος.  

7. Υπάρχει στο έργο σου έντονα η μεταφυσική του βλέμματος. Πώς αντιλαμβάνεσαι το βλέμμα: ως επικύρωση ή ως απειλή;

Το βλέμμα είναι η απόλυτη αλήθεια της στιγμής που πέρασε, μα πρόλαβε και σώθηκε ως μνήμη, και ως τέτοια να καταγραφεί μέσω των λέξεων και να περάσει στην αιωνιότητα.

8. Σε ένα άλλο σου κείμενο με τίτλο «Shuruwat» η αγάπη αγγίζει το θείο. Είναι η αγάπη για σένα πνευματικό γεγονός ή σωματική πράξη πίστης;

Πολύ ιδιαίτερη η ερώτηση που μου κάνεις. Η λέξη «Shuruwat» σημαίνει «Αρχή». Το ομώνυμο κείμενο, όπως και το «Brahmaand» που με ρώτησες πιο πάνω, γράφτηκαν με αφορμή τον σύζυγό μου. Σε αυτά τα δύο, εκείνος δεν είναι μόνο έμπνευση. Είναι η μετάβαση της ζωής μου μέσα από την αγάπη. Στο «Shuruwat», η αγάπη δεν αγγίζει απλώς το Θείο. Γίνεται Θεός. Γίνεται ολόκληρη, απρόσβλητη, αδιαίρετη. Δεν είναι κάτι που προσπαθώ να εξηγήσω.

Πιστεύω βαθιά πως η αγάπη είναι η πιο πλήρης μορφή συνειδητότητας. Ο τρόπος με τον οποίο το Θεϊκό διαστέλλεται μέσα από την ανθρώπινη ύπαρξη. Αλλά ταυτόχρονα είναι και σωματική πράξη πίστης. Γιατί όταν αγαπάω, δεν μπορώ να φανταστώ πως το σώμα μου θα σταθεί κάπου αλλού, μακριά από τον άνθρωπό μου. Δεν ξεχωρίζω το πνεύμα από το σώμα μου, ούτε την ψυχή από την αφή μου.

Αν το έκανα, θα ήταν προδοσία και δεν προδίδω ποτέ τον εαυτό μου. Για μένα, η αγάπη είναι το μόνο μέρος όπου υπάρχω ολόκληρη.

9. Αν σου ζητούσα να διαλέξεις ένα μόνο ρήμα που σε συνοψίζει, ποιο θα ήταν και γιατί;

Με φέρνεις σε δύσκολη θέση, γιατί οι άνθρωποι δεν είμαστε μονοσήμαντοι. Δεν είμαστε ένα ρήμα, μία λέξη, ένα κουτί που χωράει το όλον μας. Αν όμως έπρεπε να διαλέξω ένα μόνο ρήμα που με συνοψίζει, θα έλεγα: Αγαπάω ‒ με όλη τη βαρύτητα της ασυναίρετης μορφής του. Το νιώθω ως προορισμό. Γεννήθηκα για να αγαπάω. Αυτό δεν το λέω ρομαντικά. Το λέω υπαρξιακά. Αν διαβάσει κανείς την απάντησή μου στην προηγούμενη ερώτηση, θα καταλάβει τι εννοώ. Η αγάπη για μένα δεν είναι συναίσθημα. Είναι τρόπος ύπαρξης.

10. Στο κείμενό σου με τίτλο «ΦΑΙΝΟΜΑΙ(ΝΟ)» αποφασίζεις να αλλάξεις τα φωνήεντα του κόσμου. Η ποίηση για σένα είναι πράξη γλωσσικής ανατροπής;

Απόλυτα. Όχι, όμως, ανατροπή της «καθημερινής» γλώσσας. Η ποίηση δεν έρχεται να διαλύσει τη σύνταξη ή να παίξει με λέξεις απλώς για την πρόκληση. Είναι ανατροπή της εσωτερικής γλώσσας. Αυτής που κουβαλάμε μέσα μας σιωπηλά, αυτής που δεν έχει λεξικά, που δεν λέγεται αλλά αισθάνεται.

Όταν έγραψα το «ΦΑΙΝΟΜΑΙ(ΝΟ)», ένιωσα πως οι λέξεις του κόσμου δεν μου έφταναν. Ήθελα να τις ξεκουρδίσω. Να αλλάξω τα φωνήεντα όχι από ιδιοτροπία, αλλά από ανάγκη: να φανεί αλλιώς αυτό που δεν φαίνεται. Η ποίηση είναι από τη φύση της ανατρεπτική γιατί μας πάει πίσω από τις λέξεις, πίσω από το προφανές. Μας φέρνει μπροστά στον εσωτερικό καθρέφτη. Όχι για να αλλάξουμε τη γλώσσα. Αλλά για να αλλάξουμε τον τρόπο που υπάρχουμε μέσα της. Ο ποιητής εφευρίσκει νέα γλώσσα για να επιβιώσει συναισθηματικά.

11. «Οι άνθρωποι είναι μίση». Αυτή η φράση βρίσκεται στο Επειδή μαζί. Τι σημαίνει για σένα η έννοια του «ανθρώπου»;

Η φράση «Οι άνθρωποι είναι μίση» δεν είναι κατηγορία είναι διαπίστωση. Δεν εννοώ πως οι άνθρωποι είναι κακοί. Είναι διαπίστωση που έρχεται μέσα από χρόνια παρατήρησης, απογοήτευσης, αλλά και αγάπης. Εννοώ πως είναι σπασμένοι. Ο άνθρωπος γεννιέται μισός. Μισός προς τον εαυτό του γεμάτος ρωγμές, ελλείψεις, ανάγκες που δεν ξέρει να πει. Μισός προς τον άλλον, διψά για επαφή, αλλά φοβάται την έκθεση. Μισός και προς το Θείο. Το αναζητά, αλλά δεν αντέχει πάντα το φως Του. Όλη αυτή η συνθήκη τον οδηγεί και στο μίσος. Αυτή η «μισότητα» ‒αν μπορώ να χρησιμοποιήσω μια λέξη που δεν υπάρχει‒ είναι υπαρξιακή. Είναι η πληγή της ύπαρξης.

Και πολλές φορές, οι άνθρωποι προσπαθούν να τη γεμίσουν όχι με αγάπη, αλλά με κατοχή, ανταγωνισμό, εξουσία, εκδίκηση, φόβο. Παρ’ όλα αυτά, δεν πιστεύω πως είμαστε καταδικασμένοι να μείνουμε έτσι. Αν το πίστευα, δεν θα έγραφα. Η ποίηση, για μένα, είναι η προσπάθεια να μαζέψουμε τα κομμάτια. Να αναγνωρίσουμε τη ρωγμή χωρίς να την ντραπούμε. Να τη φωτίσουμε.

Ο άνθρωπος για μένα δεν είναι έννοια. Είναι πρόσκληση. Μια ανολοκλήρωτη οντότητα που προσπαθεί, που παλεύει, που κουβαλά μέσα της και το φως και το σκοτάδι. Ο άνθρωπος είναι ένα ον ραγισμένο, μα όχι χαμένο. Είναι ένα θαύμα σε διαρκή επισκευή. Τον βλέπω ως μια διαρκή μετάβαση από το «δεν ξέρω» στο «τολμώ», από τον φόβο στην εμπιστοσύνη. Είναι αυτός που μπορεί να αγαπάει παρά το μίσος, να δημιουργεί παρά την καταστροφή, να γράφει ποίηση ενώ ξέρει ότι θα πεθάνει. Ο άνθρωπος, για μένα, είναι η απόδειξη ότι η ατέλεια μπορεί να γίνει τέχνη. Και ίσως η μόνη του ελπίδα είναι να σταθεί απέναντι στον άλλον όχι με άμυνα, αλλά με ευαλωτότητα.

Εκεί τον συναντώ. Εκεί τον αναγνωρίζω. Εκεί τον αγαπάω.

12. Τι έχει πιο μεγάλο βάρος στη δημιουργία σου, ο έρωτας, ο θάνατος ή το παιδί που ήσουν;

Δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω, όλα είναι εγώ. Ο έρωτας, ο θάνατος και το παιδί που ήμουν δεν είναι τρεις διαφορετικές δυνάμεις, αλλά μία ενιαία κίνηση: η ζωή μου που παλεύει να εκφραστεί. Το παιδί που ήμουν, δεν έμεινε πίσω. Είναι ακόμη εδώ. Κοιτάζει τον κόσμο με την ίδια ερώτηση στα μάτια. Έχει νιώσει τον έρωτα, έχει χάσει, έχει πενθήσει, και κάθε φορά επιστρέφει στο χαρτί, όχι για να ξεφύγει, αλλά για να αντέξει. Η δημιουργία μου είναι αυτή η συνάντηση. Του παιδιού, του πόθου και της απουσίας. Όλα μαζί. Όλα εγώ.

13. Διακρίνω στο έργο σου ένα συνεχές «μετά». Τι υπήρξε για σένα στο «πριν», που διαμόρφωσε το έργο;

Το «πριν» είναι η ζωή μου. Ό,τι χωράει κι ό,τι δεν άντεξα να κρατήσω. Είναι οι λέξεις που σώπασαν, οι απώλειες που δεν έκλαψα δημόσια, οι αγάπες που με μάζεψαν κομμάτι -κομμάτι. Και έρχεται πάντα το «μετά» όχι σαν υπόσχεση αλλά σαν απόδειξη, για να πει ό,τι δεν ειπώθηκε τότε και να επισφραγίσει την αλήθεια όπως χαράχτηκε μέσα μου.

14. Στο ποίημα «Αχερουσία λίμνη» καταθέτεις σχεδόν θρησκευτικά τη ματαίωση. Η ποίηση λυτρώνει ή απλώς συντηρεί την πληγή;

Στο εν λόγω ποίημα δεν υπάρχει καμία ματαίωση, σε κανένα επίπεδο. Αν προσέξεις την καταληκτική του φράση, θα δεις πόση ζωή κρύβει μέσα. Η ποίηση λυτρώνει την πληγή και πληγώνει τη λύτρωση. Έτσι θα γίνεται πάντα. Γιατί είναι φτιαγμένες από το ίδιο υλικό. Τον άνθρωπο.

15. Έχεις πει πως όλα σου τα βιβλία είναι η ιστορία σου. Αν έπρεπε να δώσεις έναν τίτλο στην ιστορία αυτή, ποιος θα ήταν;

Δεν θα έδινα ακόμη κανέναν, γιατί θεωρώ πως είναι πολύ νωρίς. Δεν έχω ολοκληρώσει όσα θέλω να δώσω με τη γραφή μου και έχω ακόμη πολλά χιλιόμετρα πνευματικής αναζήτησης και ζωής, θέλω να πιστεύω, μπροστά μου. Θα ήταν αδικία για τον μέλλοντα εαυτό μου να δώσω τώρα έναν τίτλο. Γιατί ακόμα γράφεται και προτιμώ να τη ζω την ιστορία, παρά να τη συνοψίζω.

16. Υπάρχουν στίχοι σου που φοβήθηκες να εκδώσεις;

Ποτέ. Δεν φοβάμαι τις λέξεις μου. Τις αφυπνίζω και με αφυπνίζουν, τις κοιτώ κατάματα και μου το γυρνούν πίσω. Λέω πάντα όσα θέλω να πω, ακόμη κι όταν οι λέξεις μου υπονοούνται ως νόημα μέσα στα ποιήματα. Είμαι όλες οι λέξεις μου κι όλες οι λέξεις μου είναι εγώ.

17. Στο σύνολο της γραφής σου, αισθάνομαι ότι οι γυναίκες δεν ζητούν δικαίωση. Ζητούν σιωπηλή παρουσία. Είσαι φεμινίστρια μέσα απ’ τη σιωπή; Ποια είναι η γνώμη σου για τη σύγχρονη έκφανση του φεμινισμού;

Επίτρεψέ μου να σου πω, πως δεν συμφωνώ μαζί σου. Φυσικά και ζητούν δικαίωση γιατί τη δικαιούνται, αλλά το κάνουν με μια βαθιά και ουσιαστική αξιοπρέπεια, που δεν φωνάζει ούτε και εκθέτει, τόσο τις ίδιες όσο και τα όσα περιγράφουν. Η παρουσία τους λοιπόν δεν είναι σιωπηλή, αλλά μιλάει δυνατά μέσα από τον τρόπο που περιγράφουν και περιγράφονται μέσα στο ποίημα, μέσα στα κείμενα, μέσα στο σύνολο του έργου μου όλα αυτά τα χρόνια.

Δεν συνδέω σε καμία περίπτωση τη σιωπή με τον φεμινισμό αλλά ούτε και το αντίθετο. Τη φωνή με τον φεμινισμό. Δεν πιστεύω σε ετικέτες και κινήματα, όσο πιστεύω στον Άνθρωπο. Η αλλαγή ξεκινά πάντα από μέσα προς τα έξω. Ο φεμινισμός σήμερα χρειάζεται επαναπροσδιορισμό, όχι απαξίωση. Πιστεύω στην ισότητα, στη φωνή, στην αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου, γυναίκα ή άντρα. Δεν είναι όλοι οι άντρες θύτες, ούτε όλες οι γυναίκες θύματα. Όμως όποιος μένει άφωνος, αξίζει να βρει τη φωνή του. Κι αν μπορώ να τη δώσω εγώ, θα το κάνω.

18. Η μητρότητα είναι παρούσα ως ανάμνηση ή ως φαντασιακή πράξη; Τι είναι για σένα η έννοια της «μητέρας»;

Η μητρότητα είναι για μένα ζωντανή και παρούσα, όχι απλή ανάμνηση ή φαντασία. Αν και δεν έγινα μητέρα με τον παραδοσιακό τρόπο, τη ζω μέσα από την τέχνη μου και την αγάπη για όσα φροντίζω. Κάθε καινούργιο έργο είναι για μένα σαν γέννηση, μια πράξη ζωής και δημιουργίας. Δεν χρειάζεται μια γυναίκα να έχει παιδί για να είναι μάνα. Η μητρότητα είναι μια βαθιά πράξη σεβασμού και αφοσίωσης, που τη νιώθω και την τιμώ μέσα μου.

Αγαπάω όλα τα παιδιά του κόσμου σαν να είναι δικά μου, και έχω την ευλογία να λαμβάνω ακόμα τη φροντίδα και την αγάπη της μητέρας μου. Η μητρότητα είναι μια ύψιστη μορφή μεγαλείου, μπροστά στην οποία σκύβω με σεβασμό και ευγνωμοσύνη.

19. Έχεις μιλήσει για ενεργειακά σώματα. Πιστεύεις πως η ποίηση έχει δική της ενέργεια; Πώς τη νιώθεις όταν γράφεις;

Η ποίηση, για μένα, δεν είναι απλώς λέξεις γραμμένες σε μια σελίδα. Είναι ζωντανή ενέργεια, που αναπνέει και μεταμορφώνεται κάθε φορά που γεννιέται μέσα από τον δημιουργό της. Δεν είναι το ίδιο ποίημα όταν το γράφει κανείς γεμάτος θυμό ή γαλήνη. Την ενέργεια που κουβαλάει ο ποιητής την εμφυσά στις λέξεις, τις τρέφει και τις κάνει αιχμηρές ή απαλές, φωτεινές ή σκοτεινές. Όταν γράφω, οι λέξεις γίνονται όχημα του εσωτερικού μου κόσμου και του πάθους μου. Της ενέργειας δηλαδή που κείνη την ώρα φέρω ως ον.

Η λέξη έχει τη δύναμη που της δίνεις εσύ, και αυτή η δύναμη είναι που κάνει την ποίηση ζωντανή.

20. Τι ρόλο έπαιξε η Ινδία στο ποιητικό σου βλέμμα;

Η Ινδία είναι η δεύτερη πατρίδα μου από το 2022. Είναι μια χώρα που αν κάποιος δεν τη ζήσει, δεν μπορεί να καταλάβει την ενέργειά της ούτε και τη μαγεία της. Κι αυτό είναι κάτι που δεν είναι εύκολο να μεταφερθεί και να εξηγηθεί με λέξεις. Μόνο βιώνεται. Μερικοί άνθρωποι μπορεί να γεννιόμαστε αλλού, αλλά καταλήγουμε πάντα εκεί που αναγνωρίζει η ψυχή μας τον τόπο της. Και για εμένα αυτός ο τόπος είναι η Ινδία. Επάνω μου ασκεί έναν πρωτόγνωρο και απόλυτο μυστικισμό, ξυπνάει την εσωτερική ενεργειακή μου δύναμη και αφυπνίζει ό,τι τόσα χρόνια ήταν εν υπνώσει. Μου φέρνει μπροστά μου γονιδιακές μνήμες, από μια προηγούμενη ζωή μου, που τώρα τη ζω ξανά. Είμαι ταυτόχρονα και παρατηρητής και οργανικό σώμα της και καταγράφω, τόσο ψυχικά όσο και πνευματικά εικόνες, που ακόμη δεν μπορώ να βάλω σε λέξεις. Ξέρω όμως πως στη σωστή ώρα, αυτό που τώρα μέσα μου είναι σε συνεχή ζύμωση, θα δώσει ποιητικούς καρπούς.

21. Αν ήξερες ότι δεν θα σε ξαναδιαβάσει κανείς, θα έγραφες ακόμη;

Πέραν πάσης αμφιβολίας, ακόμα και αν δεν με διάβαζε ποτέ κανείς, θα συνέχιζα να γράφω. Η γραφή είναι για μένα μια βαθιά προσωπική ανάγκη, ένας καθρέφτης της ψυχής μου. Είναι ο τρόπος που με παρατηρώ και με κατανοώ. Μόνο εξωτερικοί παράγοντες θα μπορούσαν να με σταματήσουν.

22. Ποιο ποίημά σου είναι το πιο δύσκολο να διαβάσεις φωναχτά;

Δεν τίθεται θέμα δυσκολίας στο να διαβάσω τα ποιήματά μου φωναχτά. Αντιθέτως, μου αρέσει να τα ακούω μέσα από τις φωνές των άλλων, γιατί έτσι καταλαβαίνω πώς τα δέχονται, τι τους δίνουν, τι τους παίρνουν και πώς τους αγγίζουν. Όταν εγώ τα διαβάζω, κρατώ μια συνειδητή απόσταση, όχι από δυσκολία, αλλά για να ξαναβρώ μέσα τους τη δική μου ψυχή, να ανακαλύψω ξανά όσα έκρυψα και όσα με ανακάλυψαν.

23. Αν σου αφαιρούσαν τη δυνατότητα της γραφής, πώς θα επιβίωνες;

Ουρλιάζοντας. Κυριολεκτικά. Αν μου αφαιρούσαν τη δυνατότητα της γραφής, δεν θα μιλούσα απλώς. Θα κραύγαζα. Μέσα στο σπίτι, μέσα στο σώμα μου, σε ένα βουνό ή μέσα στη νύχτα. Δεν ξέρω πού, αλλά θα έβρισκα τρόπο να ακουστώ.

Γιατί η γραφή για μένα δεν είναι τέχνη. Είναι μηχανισμός επιβίωσης. Είναι η γλώσσα με την οποία αναπνέω, θυμάμαι, αντέχω. Αν μου την έπαιρναν, θα έπρεπε να την μεταφέρω αλλιώς: με φωνή, με σώμα, με άγριο ήχο. Θα συνέχιζα να υπάρχω, αλλά δεν θα ήμουν η ίδια. Θα ήμουν εκδοχή μου χωρίς μελάνι, μόνο με σάρκα και ουρλιαχτό. Θα ήμουν μια σιωπή που πονάει.

24. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη Μαρία που έγραψε το «Εκεί που αλλάζω ζωές» και σ’ εκείνη που έγραψε το «Μετά από αυτό που προηγήθηκε»;

Το «Εκεί που αλλάζω ζωές» ήταν η πρώτη μου ποιητική συλλογή, το 2010. Το «Μετά από αυτό που προηγήθηκε», το έκτο μου βιβλίο, εκδόθηκε το 2020. Ανάμεσα στα δύο υπάρχει ολόκληρη μια ζωή. Μια απόσταση τεράστια, όχι μόνο λογοτεχνικά, αλλά και υπαρξιακά. Η Μαρία που έγραψε το πρώτο, άνοιγε τα μάτια της στη ζωή, η Μαρία που έγραψε το δεύτερο, τα είχε ήδη κρατήσει κλειστά πολλές φορές από πόνο και πίστη.

Άλλαξε το ύφος, άλλαξε η φόρμα, άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο η συγκίνηση αποτυπώνεται. Αλλά πάνω απ’ όλα, άλλαξα εγώ. Μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια έζησα, πείσμωσα, πόνεσα, θεραπεύτηκα, έσπασα και ξαναχτίστηκα. Έφτιαξα από το μηδέν τη ζωή μου, την υγεία μου, τη λογοτεχνία μου. Αν αυτή η απόσταση μετριόταν σε χιλιόμετρα, θα ήταν από την Αθήνα ως τη Βομβάη ‒ με ό,τι αυτό σημαίνει σε αλλαγή τοπίου, κλίματος και ψυχικού καιρού.

Αν μετριόταν σε δύναμη ψυχής και πνεύματος, δεν υπάρχει ακόμη μετρικό σύστημα ικανό να το υπολογίσει. Το ξέρω μόνο εγώ, και μαζί μου το ξέρουν οι λέξεις μου. Αυτές που στάθηκαν δίπλα μου όταν όλα τ’ άλλα έλειπαν.

25. Πιστεύεις ότι υπάρχει μια εσωτερική σκηνοθεσία στο κάθε ποίημα; Πώς επιδρά η εμπειρία σου από το θέατρο;

Ναι, πιστεύω πως σχεδόν σε κάθε ποίημα υπάρχει μια εσωτερική σκηνοθεσία. Ένας τόπος, ένας χρόνος, ένας φωτισμός που δεν είναι σκηνικός, αλλά ψυχικός. Η περιγραφή του υποκειμένου φέρει μέσα της θέση, απόσταση, εστίαση, σαν να υπάρχει κοινό, σαν να έχει αρχίσει ήδη η παράσταση. Όμως όλα αυτά δεν γίνονται συνειδητά. Δεν τα σκέφτομαι ‒  αναδύονται. Ίσως επειδή δεν γράφει το συνειδητό μου κομμάτι, αλλά αυτός ο ανώτερος εαυτός, που κινείται σχεδόν συνειδητά μέσα στο ασυνείδητο. Εκείνος βλέπει, θυμάται, καταγράφει.

Η εμπειρία μου από το θέατρο φυσικά έχει αφήσει ίχνη. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι το θέατρο που επηρέασε την ποίηση· είναι η ποίηση που διαμόρφωσε τη ματιά μου ως σκηνοθέτρια. Στις δύο παραστάσεις που σκηνοθέτησα, ειδικά στον μονόλογο που βασίστηκε στην «Αγέννητη Γη», η διαδικασία ήταν βαθιά υπαρξιακή. Πήρα ποιήματα από τη συλλογή μου και τα σύρραψα με τέτοιο τρόπο, ώστε να σχηματίζουν μια ενιαία, λογοτεχνικά αυτόνομη αφήγηση. Αν ο θεατής δεν γνώριζε ότι πρόκειται για ποιητική συλλογή, δεν το καταλάβαινε.

Κι αυτό δεν ήταν τέχνασμα, ήταν ένστικτο. Μέσα στη διαδικασία αυτή, κατάλαβα ότι λειτουργούσα όχι ως «σκηνοθέτρια της σκηνής», αλλά ως αόρατη σκηνοθέτρια της συνείδησης. Δεν έστηνα απλώς εικόνες. Έβαζα σώμα και φωνή εκεί όπου πρώτα υπήρχε σιωπή και φως. Έδινα υπόσταση στο άυλο.

26. Ο ήχος, η μουσική, οι ανάσες, τα αποσιωπητικά, όλα στα ποιήματά σου μοιάζουν με παρτιτούρα. «Ακούς» τα γραπτά σου;

Πόσο όμορφη ερώτηση… Χαίρομαι ειλικρινά που βλέπεις τα ποιήματά μου σαν παρτιτούρα, κανείς ως τώρα δεν μου το έχει πει αυτό. Τα γραπτά μου τα ακούω μέσα από τις παύσεις ανάμεσα στις λέξεις. Άλλοτε δυνατά, με ένταση. Άλλοτε σιγανά, σχεδόν υπόγεια. Η σιωπή έχει δικό της ήχο. Και η ποίηση, δική της ανάσα. Δεν ακούω μουσική όταν γράφω. Ούτε όταν διαβάζω. Κι όμως, η μουσική είναι μέσα μου πάντα. Έχει διαμορφώσει τον τρόπο που γράφω, αλλά και τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο.

Χωρίς να το καταλαβαίνω, η συμβολή της είναι καθοριστική σε όλα μου τα κείμενα ποιητικά και πεζά. Και στις ραδιοφωνικές εκπομπές που έκανα για περίπου μία δεκαετία, η ποίηση δεν έμπαινε ως προσθήκη, αλλά ως ζωντανό, μουσικό κομμάτι του λόγου. Γιατί, ναι, για μένα, η ποίηση είναι ρυθμός. Είναι ήχος. Είναι ανάσα.

27. Στον τρόπο που γράφεις, μοιάζει να μην υπάρχει τίποτα συμβολικό, όλα είναι απολύτως υπαρκτά. Είναι η ποίηση ο ρεαλισμός του ασώματου;

Αναντίρρητα, ναι. Η δική μου είναι ρεαλισμός του ασώματου, του αόρατου. Γιατί ακόμη κι όταν δεν έχει υλική μορφή, το βίωμα υπάρχει ως ον, ως έννοια, ως πράξη που τελέστηκε μέσα σε ένα σώμα, που μπορεί να ήταν άχρονο, αλλά ήταν απόλυτα προσδιορισμένο στην ψυχή. Όσα γράφω έχουν υπάρξει ως πράξεις, ως αισθήματα, ως σκιές και φωτεινές λάμψεις μέσα σε σώματα που δεν χρειάζονται φυσική παρουσία για να είναι αληθινά.

Η ποίηση μου δεν κατασκευάζει. Μαρτυρεί.

28. Τι σε τρομάζει περισσότερο: να σε καταλάβουν ή να σε προσπεράσουν;

Τίποτα από τα δύο. Όσοι είναι να μη με καταλάβουν, δεν θα με καταλάβουν. Κι όσοι νιώσουν έστω και μία λέξη μου δική τους, θα έχουν αγγίξει κάτι από μένα. Όσοι είναι να με προσπεράσουν, θα το κάνουν ‒ και καλά θα κάνουν. Δεν είναι όλοι οι δρόμοι για να διασταυρωθούν. Ούτε όλοι οι άνθρωποι για να ανήκουν ο ένας στη γλώσσα του άλλου.

29. Έχεις πει πως ακολουθείς εναλλακτικούς τρόπους θεραπείας και ενεργειακής εξισορρόπησης, πως όλοι είμαστε πεδία που χρειάζονται συντονισμό. Τι έχεις κατανοήσει για την ψυχή μέσα απ’ αυτή την πορεία; Και πώς επηρεάζει αυτό που γράφεις, αλλά και το πώς ζεις;

Ας ξεκινήσουμε από το αυτονόητο για μένα: είμαστε ενεργειακά πεδία. Παίρνουμε ενέργεια από τον ουρανό, τη διοχετεύουμε στη γη και την επιστρέφουμε ξανά. Αυτός ο κύκλος συμβαίνει διαρκώς, καθημερινά τις περισσότερες φορές χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Πιστεύω βαθιά στη δύναμη της ενέργειας ‒στη θετική και την αρνητική ποιότητά της‒ όπως διαχέεται στους ανθρώπους, στους τόπους, στις σκέψεις και στις πράξεις. Έχω ασχοληθεί με ενεργειακές θεραπείες και ιδιαίτερα με το Pranic Healing. Νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη προς τον θεραπευτή μου, τον Μάριο Χουμπουρίδη, που με καθοδήγησε σε αυτή τη διαδρομή.

Η ενέργεια, η ροή της και η επίδρασή της στον άνθρωπο, δεν είναι νέο θέμα. Οι Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι μίλησαν πρώτοι για αυτό. Οι φυσικοί το απέδειξαν με νόμους. Οι ναοί μας χτίστηκαν πάνω σε ενεργειακές πύλες. Εγώ απλώς συνεχίζω να νιώθω και να παρατηρώ αυτή τη ροή μέσα μου και γύρω μου. Αυτή η κατανόηση με έχει κάνει πιο συνειδητή στο πώς ζω, και φυσικά επηρεάζει βαθιά το πώς γράφω, γιατί κάθε λέξη κουβαλά μια συχνότητα, κι εγώ θέλω η ποίησή μου να συντονίζεται με τον αναγνώστη. Όχι μόνο νοητικά. Κυρίως ενεργειακά.

Για μένα, η ψυχή είναι ένα πεδίο φωτός που θυμάται και, κάθε φορά που γράφω, νιώθω σαν να ανοίγει ένας λεπτός, αόρατος δίαυλος από εκείνους που ενώνουν το απτό με το άρρητο, τη σιωπή με την αποκάλυψη, τον άνθρωπο με το Θεϊκό μέσα του.

30. Ποια είναι τα μελλοντικά συγγραφικά σου σχέδια, τι έρχεται από την Μαρία Χρονιάρη;

Εδώ και πολλούς μήνες διάγω ένα πάρα πολύ παραγωγικό διάστημα, όσον αφορά στο δημιουργικό μου κομμάτι. Κυκλοφορεί μέσα στον Αύγουστο και θα παρουσιαστεί στην Έκθεση Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως, μια ανθολογία με θέμα τη μητέρα, όπου συμμετέχω με ένα διήγημα. Ολοκληρώνω αυτές τις μέρες το πρώτο μου βιβλίο με θέμα την πνευματικότητα, που είναι αποκλειστικά γραμμένο στα αγγλικά και θα βγει στην κυκλοφορία μέσα στο 2025, και τέλος θα κυκλοφορήσει στα αγγλικά ένα παραμύθι μου, λογικά μέσα στο τρέχον έτος, αλλιώς στις αρχές του 2026. Προσεχώς θα μπορώ να μοιραστώ περισσότερες λεπτομέρειες.

Ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση που κάναμε και για τον χώρο που μου δόθηκε. Να είστε καλά!

___
Μαρία Χρονιάρη: Εργογραφία

Δημοσίευση σχολίου

3 Σχόλια

  1. Εξαιρετική συνέντευξη. Μας έχουν λείψει συνεντεύξεις της Μαρίας Χρονιάρη. Τη διάβασα πολλές φορές και κάθε φορά ανακαλύπτω και κάτι καινούριο. Ακατέργαστο διαμάντι με πολλή αλήθεια, χωρίς τερτίπια και μεγάλη τόλμη στις απαντήσεις. Πολύ ενδιαφέρουσες και οι ερωτήσεις και μακριά από τα συνήθη. Πολύ ωραίος συνδυασμός. Ευχαριστούμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι ωραίος λόγος! Μας κράτησε το ενδιαφέρον η συνέντευξη και με τις ερωτήσεις αλλά και τις απαντήσεις. Δηλώνω θαυμαστής της γραφής της κυρίας Χρονιάρη από το πρώτο της βιβλίο. Περιμένω με ενδιαφέρον και αυτό που ετοιμάζει για την πνευματικότητα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σε ευχαριστούμε Μαρία Χρονιάρη για την ειλικρίνεια και την αλήθεια σου. Είσαι σπουδαία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σχολιάστε με πάθος!