Μία φανταστική ιστορία πολέμου

Πηγή: entropiaradio
του Κωνσταντίνου Σύρμου
Μάρτιος 15.2017



Ο Τσάπλιν ακίνητος στο κάδρο του, αυτό γερμένο δεξιά, τον προκαλούσε να δραπετεύσει γλιστρώντας από την κορνίζα. Το ξύλινο πόδι από το τραπεζάκι του σαλονιού χωμένο στο τζάμι της τηλεόρασης. Κάτω, σχεδόν παντού γυαλιά και γκρίζα σκόνη και καπνός στον αέρα, αν ήσουν εκεί θα πνιγόσουν από τον τόσο καπνό. Κόρνες, φωνές, σειρήνες, από τον δρόμο ακουγόντουσαν, μαζί και ένα απροσδιόριστο βουητό ή κάτι σαν λαχάνιασμα. Ο τοίχος της εξώπορτας μισογκρεμισμένος, σαν κάποιος που έφυγε τρέχοντας, παρατώντας πίσω την ζωή του. Το καλοριφέρ σαν ξεχειλωμένο ακορντεόν. Μουλιασμένο το μεγάλο χαλί στην μέση από το αίμα. Ο μπαμπάς ήταν στην δουλειά του. Το πτώμα της μαμάς ανάσκελα, να κοιτά με σχεδόν ζωντανό βλέμμα προς το λιωμένο κεφάλι του παιδιού, λιωμένο από το κομμάτι της ταράτσας και του πίσω τοίχου που τους πλάκωσε. Ο ήλιος τους ζέσταινε με την ίδια αναισθησία που είχαν και τα δύο πτώματα.

Μισή ώρα πριν καθόντουσαν στον καναπέ, του μάθαινε σκάκι και τον ρωτούσε, αν θέλει κάτι να φάει, αν διάβασε, αν το απόγευμα θέλει να πάνε στην παιδική χαρά. Το προηγούμενο βράδυ ο μπαμπάς κι η μαμά είχαν μαλώσει. Όχι! Δεν θα στείλεις το παιδί αύριο στο σχολείο! Δεν θα πηγαίνει ο γιος μου με τα ξένα μαζί, να τον κολλήσουν τίποτα! Μα είναι εμβολιασμένα βρε αγάπη μου, δεν τα λυπάσαι; Ολόκληρο πόλεμο έζησαν οι ψυχούλες τους… Του αποκρίθηκε. Δεν θέλω να ακούσω δεύτερη κουβέντα! Της είπε με έντονο τρόπο, σε εκείνη δεν μιλούσε συχνά έτσι. Ύστερα η φωνή του γλύκανε και συνέχισε. Κοίτα Μαρία... το ξέρω πως έρχονται από τον πόλεμο αυτά τα παιδιά, σκέψου όμως, ίσως είναι αγριεμένα, έρχονται από άλλη ήπειρο, έχουν μάθει στην βία, άσε τον μικρό για λίγες μέρες σπίτι και βλέπουμε.

Στις δώδεκα και τριανταπέντε, το μεσημέρι της επόμενης ημέρας μαμά και γιος καθισμένοι στον καναπέ πρόλαβαν να ακούσουν μόνο ένα εκκωφαντικό σφύριγμα. Η γείτονα χώρα χωρίς καμιά προφανής αιτία είχε εξαπολύσει πολλαπλούς βομβαρδισμούς, το σπίτι τους ήταν το πρώτο που χτυπήθηκε. Η δεξιά γωνία του σπιτιού από την πλευρά του δρόμου, έμεινε σχεδόν άθικτη, εκεί ο ανεμιστήρας καθισμένος σε μια καρέκλα γυρνούσε δεξιά κι αριστερά όπως ένα κεφάλι που αρνείται αυτό που βλέπει. Ο Τσάρλι Τσάπλιν, ναι αυτός ο ίδιος, μόνο που είχε τώρα την μορφή του παιδιού της, κατέβηκε από το κάδρο και θλιμμένα ανασήκωσε το παντελόνι του κάνοντας και δυο - τρεις στροφές στο μπαστούνι του, ύστερα έκρυψε με το καπέλο το πρόσωπο του και εκείνη ξεψύχησε.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κύκνειο άσμα...

- Αμαρτωλάγιες σκέψεις -

- Έκθεση -

- Τιποτένιο ποίημα -

Εμφάνεια - Ποιητική Συλλογή (ανθολογήσεις, κριτικές)